Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

«Μεγαλειότατε νικηθήκαμε» Ὁ Βασίλειος εἶναι Μέγας


Στυλιανο Γ. Παπαδόπουλου
  ρθοδοξία τς Καππαδοκίας μοιαζε λίγο πολ μ νησίδα στν νατολή. Οάλης πέλυσε τος σκος τς αρέσεως παντο. Συνδυασμένες βία κα πονηρία το δωσαν ποτελέσματα μεθυστικά. Σάρωσε τν ρθοδοξία κα σφιγγε τώρα σν τανάλια τν Καισάρεια. Εναι λήθεια πς ο Καππαδόκες δν εχαν γνωρίσει καλ τ βάναυση σκληρότητα το Οάλη. κουγαν ,τι συνέβαινε λλο. Τος κοβόταν τ αμα.
Τ διάφορα κέντρα τς ατοκρατορίας ποτάχθηκαν πράγματι στν πολιτικ το ρειανόφρονα. Μ τοτο γινε γιατί διώχθηκαν ο ρθόδοξοι, δημεύθηκαν ο περιουσίες τους, ξαναγκάσθηκαν, πιέσθηκαν μ βίαια μέσα. Κα σοι ντιστέκονταν ντικαταστάθηκαν.
θηριωδία κα τ μίσος δν εχαν ρια. φθασαν στ σημεο ν κάψουν… στν Νικομήδεια ρθόδοξους πρεσβυτέρους μέσα σ πλοο. σο πλησίαζαν μάλιστα στν Καισάρεια τόσο πι γρια γινόταν θηριωδία τους. ργανα το ατοκράτορα βεβήλωναν ναούς Σ κάποια πόλη μπκαν στν ναό, νέβηκαν στν γία Τράπεζα κα χόρευαν πάνω σ’ ατήν. Σ λλο ναό, πο ρθόδοξος ερέας προσπάθησε ν μποδίσει τος βέβηλους, σκότωσαν κα χυσαν νθρώπινο αμα πάνω στν δια τν γία Τράπεζα. Θμα ερέας.

Τ φοβερ τοτα σφυροκοποσαν κάθε μέρα τ’ ατι τς ρθόδοξης Καισάρειας…Πρέπει ν ταν Νοέμβριος-Δεκέμβριος. Ο πιέσεις στ Βασίλειο διαδέχονταν μία τν λλη. Σήμερα τν προσέβαλαν. Αριο το πόσχονταν πολλά. Πρν ποφασίσει Οάλης τν ρα τς τελικς φόδου δοκίμασε πολλος τρόπους γι ν φέρει στ νερ του τ Βασίλειο. νοιωθε μάλιστα τι κα μόνο τ γεγονς τι Βασίλειος παραμένει ρθόδοξος Μητροπολίτης Καισαρείας ποτελε γι’ ατν ποτυχία τς πολιτικς του, γελοιοποίηση το Βασιλικο του κύρους… Σημαντικ ρόλο στς πιέσεις παιζαν ο δικαστικοί, πο εχαν κιόλας γίνει πέρα γι πέρα ργανα το ατοκράτορα. Δν στέρησαν μως κα ο στρατιωτικοί…
Τ τεχνάσματα δν φεραν ποτέλεσμα κα Οάλης βιαζόταν. θελε ν τελειώνει σο γινόταν γρηγορώτερα μ τν τελευταία στία ντιστάσεως, μ τ Βασίλειο. τσι θ ποτάσσονταν μέσως Καππαδοκία, Πόντος κα ρμενία. ναγκάσθηκε λοιπν Βασιλις ν παίξει τ τελευταο του χαρτί. στειλε προπομπ στν Καισάρεια τν παρχο Μόδεστο, τν παρχο τν πραιτωριανν. ξερε τί κανε.
Μόδεστος ταν π τν θλια κείνη πάστα τν νθρώπων πο γίνονται βασιλικώτεροι το βασιλέως γι ν κρατήσουν τν θέση τους. δίστακτος κα πάνθρωπος, γι ν πηρετε κα ν ρέσει στν φέντη του. κκλησία στν νατολ γνώρισε τ θηριωδία του π τν καλή…
Στν Καισάρεια Μόδεστος γκαταστάθηκε στ Διοικητήριο. ναμέτρηση μως γινε μλλον στ δικαστήριο… Διέταξε ν το φέρουν τ Βασίλειο, πο ταν κιόλας τοιμος.
λη τ νύχτα πίσκοπος προσευχόταν. Γι κάποια στιγμ νοιωσε τ γόνατά του ν λύνονται π φόβο. Θ τ κατάφερνε; Θ στεκόταν σο χρειαζόταν ξιος μπροστ στ θηρίο; Τ πικρ ποτήρι μένει πικρ κα γι τος μεγάλους. Πέρασε μως φόβος του. Τ γιο Πνεμα σφιξε τος ρμούς του κα ρχισε ν ασθάνεται λλοιώτικα…
Κα Μόδεστος; Μόλις τν εδοποίησαν πγε στν πίσημη αθουσα κα κατσε στ θρόνο προκλητικά, περισσότερο πειλητικά. πρεπε π τν πρώτη στιγμ ν ξαφνιάσει τ Βασίλειο. Εχε κούσει τόσα πολλ γι τν σχν τοτο νδρα πο τν καναν λιγώτερο σίγουρο. μηχανία κι νας διόρατος φόβος καρφώθηκε κάπου στν καρδι το Μόδεστου κα δν λεγε ν φύγει. Γι’ ατ πρεπε π τν ρχή ν το πάρει μέσως τν έρα μ τρόπο πότομο, τσιθελικό, σκληρό. Ν τελειώσει μι ρα γρηγορώτερα. Λίγο πίσω π τν παρχο στάθηκαν μερικ πίσημα πρόσωπα: διοικητής, ενοχοι, δικαστς ξοφλημένοι…
φεραν στν αθουσα τ Βασίλειο. Προχώρησε στ θρόνο γέρωχα, χωρς ν προκαλε. Εχαρης, χωρς ν γελάει. Μόδεστος τεντώθηκε, βαλε πάγο κα σίδερο στ φωνή του, μίλησε:
Μόδεστος: Βασίλειε, πς τόλμησες -μόνο σ- ν πς κόντρα στ θέλημα το βασιλι μας; Ποις εσαι σ πο τόλμησες ν τν περιφρονήσεις;
Βασίλειος κατάλαβε τν τακτική: πίθεση κι αφνιδιασμός. Δν θ παρασυρόταν μως. Θ πέβαλλε τ δικό του ρυθμ στ φοβερ ναμέτρηση. Θ γινόταν βράχος πο πάνω του θ τσακιζόταν ργ κα τ μίσος τν αρετικν. Θ ψωνόταν σύμβολο γι τ ρθωμα τς κκλησίας μπροστ στς ξουσίες το κόσμου τούτου. Ζητάει λοιπν συγκεκριμένα στοιχεα, κατηγορία καθαρή:
Βασίλειος: Γι ποι πράγμα μ κατηγορες, ποι εναι τ σφάλμα μου κα δν τ ξέρω;
Μόδεστος: Δν χεις τν πίστη το βασιλι, τώρα πο λοι ποτάχθηκαν.
Βασίλειος: Κάνω τσι γιατί δικός μου βασιλις δ στέργει τν πίστη το Οάλη, πο προσκυν τ κτίσμα (ο ρειανο δέχονταν τν Υἱὸ σν κτίσμα). Πς ν τ κάνω τοτο, φο γ πο εμαι κτίσμα κλήθηκα ν γίνω Θεός. Προσκυν τν Υἱὸ σν Θε κα χι σν κτίσμα.
Μόδεστος: Κα τότε τί εμαστε μες, πο πιστεύουμε πως ατοκράτορας;
Βασίλειος: Τίποτα, σο προστάζετε τέτοια πράγματα!
δρώτας, γωνία κα μαζ ργ χωρς ρια πάλευαν στ ρρυθμο πνεμα το πάρχου. ρχισε κιόλας ν τ χάνει. τσι ξηγεται φελής του ρώτηση
Μόδεστος: Γιατί δ τ ’χεις γι σπουδαο ν εσαι μ τ μέρος μας, ν μς χεις φίλους;
Βασίλειος: Βεβαίως εσαστε κιόλας παρχοι κα μάλιστα π τος σχυρος μ δ σς χω πι σεβαστος π τ Θεό! Κα σν τέκνα το Θεο πο εσαστε εναι σπουδαο ν σς χω φίλους. Τόσο σπουδαο σο ν χω φίλους κα τος φισταμένους σας. χριστιανισμς δ φαίνεται π τ ξιώματα, λλ π τν πίστη τν προσώπων. Μ τ λόγια τοτα Βασίλειος φώτισε μ δυνατ φς τν σχυρ ρχοντα. Το δειξε πόσο μικρς εναι κα πόσο κωμικ γίνεται αθάδειά του.
Μόδεστος τ κατάλαβε. νοιωσε ν τν ξεγυμνώνουν. Ν το παίρνουν τ δύναμη, μ τν ποία τρόμαζε τος μικρούς. ναψε λοιπν κα κόρωσε. Ο φλέβες του τινάχθηκαν… Μ μις ρθώθηκε στ θρόνο κα σχεδν ναρθρα φοβέριζε:
Μόδεστος: Δ φοβσαι, λοιπόν, τν ξουσία μου;
Βασίλειος: Μ τί μπορες ν μο κάνεις, τί πρόκειται ν πάθω; Μόδεστος: Τί μπορ; να π τ πολλ πο χω δικαιοδοσία…
Βασίλειος: Ποι εναι ατ πο θ πάθω, πέστα μου ν τ’ κούσω! Μόδεστος: Δήμευση τς περιουσίας σου, ξορία, βασανιστήρια, θάνατο. Βασίλειος: Μ λλο τίποτε φοβέρισέ με, ατ δ μ νοιάζουν.
ξαγριωμένος παρχος νοιωσε τ λόγια τοτα μαχαίρι στ νεφρά του. Τ μάτια του γιναν κόκκινα. φων του τσάκισε. Τ νερα του κλαιγαν κα παραδίνονταν. λα γύρω του χάνονταν. π δυνατ γίνονται δύνατα. π σχυρ νίσχυρα. Γι’ ατ διος μίκραινε. Γινόταν ατς πο ταν: μικρός. Μάζεψε τς δυνάμεις του μως κα ψέλλισε:
Μόδεστος: Πς γίνεται ατό, πς κα δ φοβσαι;
Βασίλειος: Γιατί δ φοβται δήμευση ατς πο δν χει τίποτα, κτς π τ τριμμένα παλι ροχα κα μερικ βιβλία. Ατ εναι λο τ βιός μου, Μόδεστε! ξορία πάλι δ μ τρομάζει γιατί δν χω τόπο δικό μου. Κα Καισάρεια στν ποία τώρα κατοικ δν εναι δική μου. που λοιπν κι ν μ πετάξετε θ εναι τόπος το Θεο κι γ θ εμαι πάροικος κα παρεπίδημος. Τ βασανιστήρια; Τί ν κάνουν κι ατ σ σμα σν τ δικό μου! να πρτο κτύπημα θ δώσεις κι λα τελείωσαν μέσως. Ατ εσαι κανς ν τ κάνεις. Μ πειλες μ θάνατο; Θ μο γίνεις εεργέτης. Ατ ποθ κι γώ, ν πάω πι γρήγορα στ Θεό, γι τν ποο ζ κα γωνίζομαι. Βιάζομαι ν φθάσω στν Θεό μου, στν Πατέρα μου!…
Μόδεστος: Κανες μέχρι τώρα δ μίλησε μ τόσο θάρρος στ Μόδεστο, κανες δν εχε μπροστά μου τόση παρρησία.
ρθε κα ρα το κεραυνο. Βασίλειος δν κρατήθηκε. Ο ρες εναι μεγάλες, κρίσιμες, στορικές. Γι’ ατ δν μπορε ν τν κατηγορήσει κανες γωϊστή!
Βασίλειος: Γιατί δ συνάντησες ποτέ σου ληθιν πίσκοπο. λλοις θ σο μιλοσε μ τν διο τρόπο, φο θ’ γωνιζόταν γι τόσο ψηλ πράγματα. ( Βασίλειος εδε τώρα τ συντριμμένο παρχο, μέτρησε κα τ βαρ λόγο πο ξεστόμησε κα θέλησε ν μαλακώσει τν τμόσφαιρα). μες ο ρθόδοξοι, παρχε, εμαστε καλο κα ταπεινο σο κανες λλος. χι μόνο στ βασιλι δ φερόμαστε περοπτικά, μ οτε κα στν πι μικρ νθρωπο. ν μως τύχει ν κινδυνεύει πίστη στ Θεό, τότε περιφρονομε τ πάντα κα γκαλιάζουμε ατήν. Τότε φωτιά, τ ξίφος το δήμιου, τ θηρία κα τ ξέσκισμα τς σάρκας μας μ τ νύχια τν βασανιστν φέρνει σ μς περισσότερο εχαρίστηση παρ φόβο. Γι’ ατ κάνε ,τι θέλεις, ,τι χεις δικαιοδοσία. Βρίσε με, πείλησέ με σο θέλεις. ς τ κούσει μως κι βασιλιάς, δν θ μ καταφέρεις ν δεχθ τν κακοδοξία, στω κι ν πειλήσεις χειρότερα.
ταν τελευταία ψυχρολουσία πο δέχθηκε τραγικς ρχοντας π τ Βασίλειο στ φοβερ κα στορικ τούτη ναμέτρηση. Μουδιασμένος Μόδεστος, σν τ δαρμένο ζο κανε νόημα στος φρουρος ν’ φήσουν λεύθερο τ Βασίλειο…
Τί πέγινε μ τ Μόδεστο; Σηκώθηκε κα πγε στ Βασιλιά, πο φθανε στν Καισάρεια. Δ δίστασε ν το πε τν λήθεια: « Νικηθήκαμε, βασιλιά μου, π τν πίσκοπο ατς δ τς κκλησίας. Δ φοβται πειλές. Εναι πι σταθερς π τος λόγους μας, πι σχυρς π τν πειθώ μας. ς πειλήσουμε κανένα δειλό, χι τ Βασίλειο. ν θέλουμε ποτελέσματα, πρέπει ν καταφύγουμε στν ξαναγκασμ» (ν τν ξορίσουν δηλαδή).
ατοκράτορας, πο στ μεταξ μαθε τ καθέκαστα, σα χρειαζόταν γι ν καταλάβει τ δύναμη το Βασιλείου, δ συμφώνησε. Εχε τ κουράγιο ν θαυμάζει τς ρετς τν νθρώπων. δωσε ντολ ν μ χρησιμοποιήσουν βία.
πό τό βιβλίο: ζω νς Μεγάλου: Βασίλειος Καισαρείας
κδ. ποστολικς Διακονίας