Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

Φώτη Κόντογλου

Ο δικές μας γιορτς


 Τ Χριστούγεννα, τ Φτα, Πρωτοχρονιά, κι λλες γιορτές, γι πολλος νθρώπους δν εναι καθόλου γιορτς κα χαρούμενες μέρες, λλ μέρες πο φέρνουνε θλίψη κα δοκιμασία. Δοκιμάζονται ο ψυχς κείνων πο δν εναι σ θέση ν χαρονε, σ καιρ πο ο λλοι χαίρουνται. Παρεκτς π τος νθρώπους πο εναι πικραμένοι π τς συμφορς τς ζως, τος χαροκαμένους, τος ρρώστους, ο περισσότερο, πικραμένοι, εναι κενοι πο τος στενεύει νάγκη ν γίνουνε τοτες τς χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλο π’ ατος μπορε ν μ δίνουνε σημασία στ δική τους ετυχία, μ γίνουνται ζητιάνοι γι ν δώσουνε τ χαρ στ παιδιά τους κα στ’ λλα πρόσωπα πο κρέμουνται π’ ατούς. Ο τέτοιοι κρυφοκλανε π τ παράπονό τους κι’ ατο εναι ο πι μεγάλοι μάρτυρες, πο καταπίνουνε τν πίκρα τος μέρα νύχτα, σν τ πικροβότανο.
σα-σα ατς τς γιασμένες μέρες πο θ ’πρεπε ν σμίξουνε πι κοντ ο νθρωποι συναμεταξύ τους, «ν περιπτυχθσιν λλήλους», σια σια ατς τς μέρες ποξενώνουνται περισσότερο νας π τν λλον, χωρίζουνται σ δύο στρατόπεδα λότελα ξένα τό ʼνα στ’ λλο, σχεδν χθρικά. π τ μία μερι εναι ο ετυχισμένοι ο καλοπερασμένοι, ο καλότυχοι, κι π τν λλη μερι εναι ο δυστυχισμένοι κι ο παραπεταμένοι. νάμεσά τους «χάσμα μέγα στήρικται» κατ τς γιορτές. Κανένα γεφύρι δν νώνει τς δύο κροποταμιές, ν τς λλες μέρες ρχουνται σ περισσότερη συνάφεια. Ο πλούσιοι κι σοι χουνε τν τρόπο τος κάνουνε, λλοίμονο! τ πν γι ν πιδείξουνε τ πλούτη κα τ γαθά τους στος λιμασμένους. Κι’ ατ γίνεται στ’ νομα το Χριστο, πο γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στ παχνί! Γι τν γέννηση το φτωχο Χριστο δν γιορτάζουνε ο φτωχο σν κα Κενον, μ γιορτάζουνε ο πλούσιοι, πο παίρνουνε γι φορμ τν πτώχεια του γι ν δείξουνε τ πλούτη τους.
Μ ραγε, νάμεσα σ δυστυχισμένους μπορε ν νοιώση κανένας ετυχισμένον τν αυτό του;
Μονάχα νας ναίσθητος μπορε ν νοιώσει τέτοια ετυχία. σο γι κενον πο θέλει ν πιδείξη στν πεινασμένον κα στν στερημένον τν λεεινή του ατ ετυχία, ατς εναι ληθιν κτνος. Κα μ’ λα τατα, πάρχουνε πολλο τέτοιοι νάμεσά μας, στ χρόνια μας, ν τανε σπάνιοι στ παλαιότερα. Εναι κι’ ατ να π τ ραα πο μς φερε μέγας πολιτισμς π τ μεγάλα κέντρα!
Ο γιορτς ο δικές μας σταθήκανε πάντα θρησκευτικές, κα γι’ ατ εχανε κάποιον λλο χαρακτήρα π τς γιορτς πο γιορτάζουνε λλα θνη, προπάντων σήμερα, πο χωρς κάποιες ατοσχεδιασμένες σκηνοθεσίες χωρς καμμι σημασία γι τ πνεμα το νθρώπου. Σ’ ατς τς ψευτογιορτς ξαμολονται λα τ βάρβαρα κα γωιστικ πάθη το νθρώπου, πο κυττάζει μονάχα τν εχαρίστηση τς σάρκας. ν ο δικές μας γιορτές, πειδή, πως επα, χουνε τ ρίζα τους στ θρησκεία, τανε σεμνές, πνευματικές, στε ν μ σκανδαλίζουνε τος φτωχούς, σο εναι μπορετ σ σαρκικος νθρώπους. Ο πλούσιοι κι ο νοικοκυραοι ποφεύγανε ν πληγώσουνε τος φτωχότερους, κα νοιώθανε τν νάγκη ν τος ζεστάνουνε κα κείνους, στέλνοντας κρυφ στ σπίτια τος διάφορα δρα, μ τρόπο, στε ν μ τος ταπεινώσουνε, κι τσι διαφορ ν φαίνεται σο μποροσε λιγότερη.
τσι μορφωθήκανε τ μορφα κα γν θιμά μας, μ ψαλμωδίες πο τς λένε κόμα τ παιδι στος δρόμους κα στ σπίτια, μ καμπάνες, μ μορφα ασθήματα, μ σεμνς διασκεδάσεις, μ εχροστη συναναστροφή, πο δένουνε μεταξύ τους τος νθρώπους περισσότερο, παρ πο τος χωρίζουνε. Μ λισμς κι λύκος τς ναισθησίας μολεύει σιγ σιγ ατς τς καλς γιορτές μας, πο πολ μορφα τς παρομοιάζανε ο ρχαοι πρόγονοί μας μ σταθμος γι ν ξεκουραζόμαστε στν μονότονο δρόμο τς ζως μας, λέγοντας: «Βίος νεόρταστος μακρ δς πανδόχευτος», πο θ π, «Ζω δίχως γιορτή, εναι σν τν μακρ τν δρόμο τν δρόμο πο δν χει πανδοχεο ν ξεκουραστς».
Κάποιοι μοντερνοποιημένοι κάνουνε τν βαρ κα τν θετικό, τν κύριο πο δν χει ασθηματολογίες, κα λένε πς ατ εναι ναχρονισμο κι διαφόρετα πράγματα. Ατο γι μένα εναι ξερίχια ψυχικά, παγωμένες ρημιές, δίχως γάπη, δίχως χαρά, μ δίχως πόνο. Γιατί χαρ κα πόνος εναι δεμένα. Ο τέτοιες ψυχς εναι πάντα νεκρ βουν το φεγγαριο. στόσο, κάτι τέτοιοι «ρθολογιστς» κα «θετικισταί», ξετρελλαίνονται γι κάποιες νόητες ξενόφερτες φέστες κα γι κάτι μοντέρνα γλέντια πο ρεζιλεύουνε τν νθρωπο, φτάνει πο γίνονται κατ τ κοσμοπολίτικο μοντέλο πο βρίσκεται στ «μεγάλα κέντρα το ξωτερικο».
Ατο δν θέλουνε τίποτα π τ δικά μας, πο τ λένε λα «βλάχικα, φτωχικά, νάξια γι νθρώπους πο ξέρουνε τν κόσμο». Τίποτα λληνικ δν βρίσκει λεος στ μάτια ατν τν κουφιοκέφαλων, κατάδεχτων κι πως πρέπει κυρίων, πο χοντροπηδνε, στόσο, σν τρελλοί, μ τ τσέρκια στ λαιμό, φτάνει πο ρθανε π’ ξω, π κε «πο ξέρει κόσμος ν πολαμβάνη τ ζωή»! Τί ν πομε κι μες ο λλοι, τ βλαχάκια, τ φτωχαδάκια, πο μς νανούριζε μάνα μας μ τ παραπονετικ τραγούδια της στν κούνια μας, κα τώρα δακρύζουμε σν κομε τ τροπάρια κα τ κάλαντα, πού μς νώνουνε μ τος γαπημένους μας πού περάσανε π τν τόπο μας πρν πό μς;
δέρφια μου. Φυλάξτε τ λληνικ συνήθειά μας, γιορτάστε πως γιορτάζανε ο πατεράδες σας, κα μ ξεγιελιώσατε μ τ ξένα κι νοστα πυροτεχνήματα. Ο δικές μας ο γιορτς δελφώνουν τος νθρώπους, τος νώνει γάπη το Χριστο. Μν κάνετε πιδείξεις. «Εφρανθτε ορτάζοντες». κοστε τί λένε τ παιδάκια πο λένε τ κάλαντα: «Κα βάλετε τ ροχα σας, εμορφα νδυθτε, στν κκλησίαν τρέξετε, μ προθυμίαν μπτε, ν’ κούσετε μ προσοχν λην τν μνωδίαν, κα μ πολλν ελάβειαν τν Θείαν Λειτουργίαν. Κα πάλιν σν γυρίσετε ες τ ρχοντικόν σας, εθς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τ φαγητόν σας. Κα τν σταυρν σας κάνετε, γευθτε, εφρανθτε. Δόστε κα κανενς φτωχο «στις ν στερται». θάνατη λληνικ φυλή! Φτωχ μ ρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μ χαρούμενη κα καλόκαρδη περισσότερο π τος ετυχισμένους τς γς, πο τος μαράζωσε καλοπέραση.
Ναί, δερφοί μου λληνες, χαίρετε μαζ μ κείνους πο χαίρουνται κα κλατε μαζ μ κείνους πο κλανε, κα σ’ ατ μονάχα θ βρτε νακούφιση. Δίνετε στος λλους π’ ,τι χετε. Τ παραπάνω π’ τι χει κανένας νάγκη, τ κλέβει π τν λλον. «Μακάριον τ διδόναι μλλον, λαμβάνειν».
Πολλο π σς θ ’χουνε σως περισσότερο π μένα τ δικαίωμα ν μο πονε ατ πο λέγω γ σ σς. Δν εμαι « ποιήσας κα διδάξας», λλοίμονό μου! Μ γι ν μ σκανδαλισθ κανένας πς τ λόγιά μου εναι λότελα κούφια, στενεύομαι ν π πς προσπαθ ν μν εμαι λότελα « δάσκαλος πο δίδασκε κα νόμο δν κράτει».

πό τό βιβλίο: “ΤΟ ΦΟΒΕΡΟΝ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ”