Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

H νηστεία τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων



Συνήθως λέγεται τι νηστεία τς παραμονς τν Θεοφανείων φορ στν πόση το μεγάλου γιασμο κα πομένως τι προϋπόθεση γι τν κοινωνία π ατν ποτελε νηστεία μίας μέρας. Γι τ θέμα ατ θ ταν σκόπιμο ν λεχθον δύο λόγια, γιατί εναι π τ πι συζητούμενα θέματα π ατ πο σχετίζονται μ τν γιασμ τν Θεοφανείων κα γι τ ποα ζητον ο πιστο τ συμβουλ τν ερέων.
τι μέγας γιασμς «τ δευτερεα πέχει τν Θείων Μυστηρίων» (Εχολόγιον, κώδ. Βατοπεδίου 134 [745] το τους 1538), εναι δηλαδ τ δεύτερο μετ τ Θεία Κοινωνία ερώτατον «Μυστηριακν εδος» (κατ τ σχολαστικ ρολογία), κανες δν μφιβάλλει. Εναι τ «δωρ τς ναγεννήσεως» το γίου Βαπτίσματος, πο δι τς πικλήσεως κα πιφοιτήσεως το γίου Πνεύματος «ναστοιχειοται» ( «μεταστοιχειοται»), κατ τν γιο Κύριλλο λεξανδρείας (Ες ωάννην Β΄ 1), κα γίνεται «φθαρσίας πηγή, γιασμο δρον, μαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων λεξιτήριον» γι τος πιστος πο μεταλαμβάνουν χρίονται π ατό, πάροχο γιασμο κα ελογίας σ’ λόκληρη τν κτίση.

τι τ δωρ το μεγάλου γιασμο εναι τ διο μ τ δωρ το γίου Βαπτίσματος εναι καταφανς κα π τν ταυτότητα τν καθαγιαστικν εχν, κα π τν παλαιά, κα τ σύγχρονη κόμα, πράξη τς κκλησίας, πο βάπτιζε κα βαπτίζει σ’ ατ τος κατηχουμένους, κα π σα γράφει γιος Συμεν Θεσσαλονίκης, πο θεωρε μάλιστα ντιστρόφως τ δωρ το Βαπτίσματος «κατ΄ οδν λαττούμενον το τν γίων Θεοφανείων» (Διάλογος, κεφ. 70). ς τέτοιο δίδεται ντ τς Θείας Κοινωνίας στος πιστούς, πο γι κάποιο λόγο κωλύονται ν προσέλθουν σ’ ατήν.
Ατ κριβς προκάλεσε δύο ελαβες παρεξηγήσεις: τι δηλαδ ποκαθιστ τ Θεία Μετάληψη, ς κατ κάποιο τρόπο σο μ ατήν, κα τι κατ’ ναλογίαν προηγεται τς πόσεώς του νηστεία. Τ πρτο δν θ πρεπε κν ν συζητεται, γιατί εναι σαφς τι μέγας γιασμς εναι μν γι τος λόγους πο επαμε τ ερότερο μετ τ Θεία Κοινωνία εδος, λλ π’ οδεν εναι κοινωνία το Σώματος κα το Αματος το Κυρίου, οτε ποτ τν ντικαθιστ. Παρ τατα πάρχει λαϊκ ντίληψη τι τ Θεοφάνεια δν κοινωνομε, γιατί θ πάρουμε γιασμ κα «εναι τ διο».
σο δ γι τ νηστεία πρ το μεγάλου γιασμο, κα ατ μλλον καλλιεργήθηκε κατ’ ναλογίαν πρς τ νεώτερο θος τς νηστείας πρ τς Θείας Κοινωνίας, πο δν μπόρεσε μως κα ατ ν ξελιχθε σ τριήμερη, λόγω τοῦ ὅτι οἱ πρὸ τῶν Θεοφανείων ἡμέρες τοῦ ἑορταστικοῦ δωδεκαημέρου ἔχουν «κατάλυσιν εἰς πάντα», πλήν, ἐννοεῖται τῆς Παραμονῆς. Ὅσο γιὰ τὴ νηστεία αὐτὴ τῆς Παραμονῆς, ποὺ κοινῶς θεωρεῖται ὅτι γίνεται γιὰ τὸν Ἁγιασμό, εἶναι ἄσχετη μὲ αὐτὸν καὶ τηρεῖται, εἴτε πρόκειται κανεὶς νὰ κοινωνήσει ἀπὸ αὐτὸν εἴτε ὄχι. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν καταλύεται μετὰ τὴν τυχὸν πόση τοῦ ἁγιασμοῦ κατὰ τὴν Παραμονή. Ἔχει δὲ τὴν ἀρχή της στὸ ἀρχαῖο ἔθος νὰ προηγεῖται τῶν μεγάλων ἑορτῶν μία ἡμέρα νηστείας τῆς Ἐκκλησίας ὅλης, εἴτε γιὰ τὸ Βάπτισμα τῶν Κατηχουμένων, ὅπως κοινῶς λέγεται, ποὺ ἐγίνετο κατ’ αὐτές, εἴτε, ἀσχέτως μᾶλλον πρὸς αὐτό, ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς τρόπους ἐξάρσεως τῆς κυρίας ἡμέρας τῆς ἑορτῆς καὶ προπαρασκευῆς γι’ αὐτὴν μὲ νηστεία, ἐγκράτεια καὶ προσευχή. Ὅτι δὲ δὲν ἀφορᾶ στὴν πόση τοῦ ἁγιάσματος, φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Ἁγιασμὸς ὄχι μόνον τελεῖται –ἑπομένως καὶ πίνεται– καὶ κατὰ τὴν Παραμονή, κατὰ τὸ νεώτερο ἔθος, τῆς ὁποίας Παραμονῆς δὲν προηγεῖται ποτὲ νηστεία, καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι συχνὰ συμβαίνει καὶ ἡ Παραμονὴ νὰ μὴν εἶναι νήστιμος ἡμέρα, ὅταν συμπίπτει μὲ Σάββατο ἢ Κυριακή.
Δὲν προηγεῖται δηλαδὴ τῆς πόσεως τοῦ μεγάλου Ἁγιασμοῦ νηστεία; Βεβαίως, ναί. Ἀλλ’ αὐτὴ δὲν εἶναι νοητὸ νὰ εἶναι αὐστηροτέρα ἢ μακροτέρας διαρκείας ἀπὸ τὴν προβλεπομένη γιὰ τὴν προσέλευση στὴ Θεία Κοινωνία νηστεία, τὴ λεγομένη «εὐχαριστιακὴ νηστεία». Καὶ αὐτή, ὅπως καὶ ἄλλοτε μᾶς δόθηκε ἀφορμὴ νὰ γράψουμε, εἶναι σαφὴς καὶ ἀπαράβατος, μὲ μόνιμη ἐξαίρεση ὅταν ὑπάρχει κίνδυνος θανάτου. Ἡ τελεία δηλαδὴ ἀποχὴ τροφῆς καὶ ποτοῦ ἀπὸ τοῦ δείπνου ἢ τοῦ μεσονυκτίου, τῆς προηγούμενης ἡμέρας μέχρι τῆς κοινωνίας, ὁποιαδήποτε ὥρα κι ἂν γίνεται αὐτή, τὸ πρωὶ δηλαδὴ κατὰ τὶς μὴ νήστιμες ἡμέρες καὶ τὸ ἑσπέρας κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς νηστείας. Ὅπως δὲ εἴδαμε, ἡ τέλεση καὶ ἡ πόση τοῦ μεγάλου Ἁγιασμοῦ προβλέπεται ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική μας τάξη καὶ παράδοση μετὰ τὴ Θεία Μετάληψη καὶ πρὸ τῆς βρώσεως τοῦ ἀντιδώρου, δηλαδὴ λειτουργικότερα –τὸ ἐπαναλαμβάνουμε– μεταξύ τῆς ἐκφωνήσεως τῆς εὐχῆς τῆς εὐχαριστίας μετὰ τὸ «πάντας μεταλαβεῖν» («Ὅτι σὺ εἶ ὁ ἁγιασμὸς ἡμῶν…»), κατὰ τὴν παλαιοτέρα τάξη, ἢ μετὰ τὴν ὀπισθάμβωνο εὐχή, κατὰ τὴ νεωτέρα, καὶ τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον…» καὶ τὴν ἐπακολουθοῦσα διανομὴ τοῦ ἀντιδώρου καὶ ἀπόλυση.
Ἡ νηστεία, κατὰ τοὺς πατέρες καὶ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι «μέγα καλόν». Κινεῖται ὅμως μέσα σὲ ὁρισμένες ἀπὸ τὴν παράδοση προδιαγραφὲς χρόνου καὶ ποιότητος, ποὺ καλούμαστε νὰ προβάλλουμε καὶ νὰ ἀξιοποιοῦμε. Ἡ ἐπέκτασή της ὅμως πέραν τῶν ὁρίων αὐτῶν μπορεῖ νὰ ἔχει ἀρνητικὰ ἀποτελέσματα καὶ νὰ ἀποβαίνει τελικῶς εἰς βάρος αὐτοῦ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ὁ ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν καὶ ὅλης τῆς δημιουργίας διὰ τῆς μεταλήψεως καὶ τοῦ ραντισμοῦ διὰ τοῦ ὕδατος τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ τῶν Θεοφανείων. Καλὸς συμβιβασμὸς τῆς παλαιᾶς μὲ τὴ νεωτέρα παράδοση μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ σύσταση ξηροφαγίας κατὰ τὸ δεῖπνο τῆς Παραμονῆς, ὅταν συμπίπτει μὲ Σάββατο ἢ Κυριακή. Ἡ ἐπέκταση δηλαδὴ κατὰ κάποιο τρόπο τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας μέσα σὲ λογικὰ ὅρια.

Ἀπό τὸ βιβλίο: «Ἀπαντήσεις εἰς λειτουργικάς ἀπορίας», Ε΄,
Ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος