Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ

Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα
(Λουκ. ζ´ 11-16)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεύετο ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. ῾Ως δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς
μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· Μὴ κλαῖε· καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. ῎Ελαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

Απόδοση:
Ἐκεῖνο τὸν καιρό, πῆγε ὁ ᾿Ιησοῦς σὲ μιὰ πόλη ποὺ λεγόταν Ναΐν. Μαζί του ἦταν ἀρκετοὶ μαθητές του καὶ πολὺ πλῆθος. Τὴν ὥρα ποὺ πλησίαζαν στὴν πύλη τῆς πόλης, ἔβγαζαν ἕναν νεκρό, τὸν μονάκριβο γιὸ μιᾶς μάνας, ποὺ μάλιστα ἦταν χήρα. Κόσμος πολὺς ἀπὸ τὴν πόλη τὴ συνόδευε. ῞Οταν εἶδε τὴ χήρα ὁ Κύριος, τὴ σπλαχνίστηκε καὶ τῆς εἶπε· «Μὴν κλαῖς». ῎Επειτα προχώρησε, ἀκούμπησε τὴ σορό, καὶ ἀφοῦ στὸ μεταξὺ αὐτοὶ ποὺ βαστοῦσαν τὸ φέρετρο σταμάτησαν, εἶπε· «Νεαρέ, σὲ διατάζω νὰ σηκω-θεῖς». ῾Ο νεκρὸς ἀνακάθισε κι ἄρχισε νὰ μιλάει. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τότε τὸν παρέδωσε στὴ μητέρα του. ῞Ολους τοὺς κυρίεψε δέος καὶ δόξαζαν τὸν Θεό· «Μεγάλος προφήτης», ἔλεγαν, «ἐμφανίστηκε ἀνάμεσά μας!» καί· «῾Ο Θεὸς ἦρθε νὰ σώσει τὸν λαό του!»


Τ σημεριν Εαγγέλιο μς λέει γι τ θαμα πο καμε ησος στν πόλη Ναΐν, τότε πο νέστησε τ μοναχογι τς χήρας μητέρας. Μέσα στ πολλ θαύματα πο καμε ησος Χριστός, καθς τ βλέπουμε στ ερ Εαγγέλια, εναι τι νέστησε κα νεκρούς. Τ γι τς χήρας, τν κόρη το αείρου, τ φίλο του τ Λάζαρο κα τελευταα τν αυτό του. Γιατί ησος Χριστός, πως τ κούσαμε στ Εαγγέλιο σήμερα, εναι Κύριος· στ χέρια του κα στν ξουσία του εναι ζω κι θάνατος. ς κούσουμε μως πρτα τ Εαγγέλιο στ δική μας πλ γλώσσα κι στερα λέμε σα μς δώση ν πομε τ θεο Πνεμα.

κενο τν καιρ πήγαινε ησος σ μία πόλη πο τν λεγαν Ναΐν· κα πήγαιναν μαζί του πολλο μαθηταί του κα πολς κόσμος. Κα μόλις πλησίασε στν πύλη τς πόλεως, ν κι βγαζαν ναν πεθαμένο, μοναχογι στ μητέρα του πο ταν κα χήρα κι ταν μαζί της πολς κόσμος π τν πόλη. Κι ταν τν εδε Κύριος τ λυπήθηκε κα τς επε· Μν κλας· κα πλησίασε κι κούμπησε τ χέρι του στν κάσσα. κενοι πο σήκωναν τν πεθαμένο σταμάτησαν κα Κύριος επε· Παλληκάρι, σ σένα λέω, σήκω πάνω. Κα σηκώθηκε καθιστς νεκρς μέσ' στν κάσσα κι ρχισε ν μιλάη κα Κύριος τν δωκε στ μητέρα του. Κα τος πιασε λους φόβος κα δόξαζαν τ Θε κι λεγαν πς μεγάλος προφήτης παρουσιάστηκε μεταξύ μας κα πς Θες πισκέφθηκε τ λαό του.

θάνατος, γαπητοί μου δελφοί, εναι τ μεγάλο μυστήριο. θάνατος εναι μεγάλος μας φόβος. θάνατος εναι πο κα ν τν θυμόμαστε μόνο, μς παγώνει τ αμα. Κι λα τοτα, γιατί κόμα δν εμαστε γερο στν πίστη μας κα μπροστ στ θάνατο φοβόμαστε κα λυπόμαστε «ς ο μ χοντες λπίδα», καθς τ λέει πόστολος. ς λέμε κάθε μέρα τ «προσδοκ νάστασιν νεκρν», μ μες εμαστε σν κείνους πο πέρ' π τ θάνατο δν λπίζουνε πι σ τίποτα. Πεθαίνει νθρωπος, τν θάβουν κα νομίζουν πς ατ ταν λο. Νομίζουν πς δν πάρχει πι τίποτα, μήτε ψυχ μήτε ζω μήτε νάσταση. Γι' ατ ο πολλο κλανε κα σκοτώνονται κα χάνουν τ λογικά τους κα τ βάζουν μ τ Θεό. Κα μ' λα τοτα πο κάνουν δείχνουν καθαρ πς δν εναι χριστιανο κι ς λένε πς πιστεύουν. Ποις επε ν μ λυπσαι, ταν φεύγη νθρωπός σου; Ποις τ θέλει ν μ δακρύσης κα ν μν κλάψης; νθρώπινο εναι κα φυσικό. Κα στν ξενητι ταν φεύγουν ο δικοί μας, κλαμε πο τος χωριζόμαστε. Μ δν φίνουμε ν μς πνίξη πόνος κα ν μς θολώση τ λογικά μας λύπη. Φεύγουν, δν χάνονται· θ 'ρθ καιρς κα πάλι ν τος δομε. Κι ο νεκροί μας φεύγουν, δν χάνονται· πηγαίνουν μπροστ π μς κε πο θ πμε κα μες κα θ τος ξαναβρομε.

Μ νεκρο δν πάρχουνε, γαπητοί μου δελφοί. Τ επε Χριστός· επε πς Θες δν εναι Θες νεκρν, λλ ζώντων. ταν λέμε « Θες τν πατέρων μν» κι ο πατέρες μας εναι πεθαμένοι αἰῶνες τώρα, πς λοιπν τ λέει Γραφή, ν ταν σοι πέθαναν κα ν μν πρχαν; Χριστς κάθε φορ πο μιλάει γι τ θάνατο, κομε ν τν λέη πς εναι πνος κα ν βεβαιώνη πς σοι φεύγουν δν πεθαίνουν, μ κοιμονται. Κα τί μς χρειάζεται λοιπν καλύτερη πόδειξη κα βεβαίωση π τ λόγο το Χριστο; Κι χι μόνο τ βεβαίωσε μ τ λόγο, μ κα τ 'δειξε κα στ πράγματα πς θάνατος εναι πνος· πως μες φωνάζουμε κα σηκώνουμε κάποιον π τν πνο, κενος φώναξε κι νέστησε κα τ γι τς χήρας κα τν κόρη το αείρου κα τ Λάζαρο. Τελευταα ναστήθηκε διος π τν τάφο, σν ν σηκώθηκε π τν πνο· «ξηγέρθη ς πνν», καθς λέει Γραφή. Κα τώρα πι πίστη μας κι λπίδα μας εναι Χριστός· κενος μς δωκε τν νάσταση κα μς νοιξε τ δρόμο γι τν αώνιο ζωή. Ατ λένε τ Εαγγέλια, ατ ψέλνει κκλησία, ατ εναι πίστη μας· πς κενοι πο φεύγουν δν χάνονται· πς δν πάρχουν νεκροί, λλ «κεκοιμημένοι».

Τ ξέρω, γαπητοί μου δελφοί, πς δύσκολα μ κοτε. Μ πς θ μποροσα μ νθρώπινα λόγια ν σς μιλήσω γι σα γίνονται πέρ' π τν τάφο; Μ κα σ μένα κα σ σς Θες μιλάει κα μς λέει γι κενα, πο δν τ βλέπουν τ μάτια μας κα δν τ βάζει νος μας. Κι ταν μς μιλάη, Θεός, μες δ ρωτομε μήτε τ πς μήτε τ γιατί, μ δεχόμαστε τ λόγο το Θεο κα το δίνομε τν πίστη μας. Γι σα γίνονται στ γ μς μιλονε ο σοφο κα τος κομε· γι σα γίνονται στν οραν μς μιλάει Θες κα τν πιστεύουμε. Ποις πγε στν λλο κόσμο κα γύρισε γι ν τν κούσουμε; νας πγε κα γύρισε κα μς μιλάει, γι ν τν κούσουμε κα ν τν πιστέψουμε. Εναι ησος Χριστός, Κύριος. Περιμένετε βέβαια, χριστιανοί μου, ν' κοστε τώρα τί μς λέει Χριστός, γι τν λλον κόσμο. Μ λο τ εαγγέλιο ατ μς λέει, πς γι τος πιστος δν πάρχει θάνατος. Τ εαγγέλιο εναι καλ γγελία, τ χαρμόσυνο μήνυμα τς σωτηρίας. Κι σωτηρία ατή, γι τν ποία ρθε κα τν φερε Χριστός, να εναι· νίκη ναντίον το θανάτου, νάσταση κα αώνιος ζωή. ησος Χριστς κα νάσταση εναι πίστη κι λπίδα μας. γαπητο χριστιανοί, φυσικ κι νθρώπινο εναι ν φοβώμαστε κα ν λυπώμαστε μπροστ στ θάνατο. Μ ς μ κυριευώμαστε π τ φόβο κι π τ λύπη. Κα προπάντων ς μν ξεμακραίνουμε π τν κκλησία, σν πο τ συνηθίζουν πολλο κι ταν χουν πένθος δν πνε στν κκλησία. Μ τότε δ εναι πο δν πρέπει ν λείπουμε π τν κκλησία. Γιατί κκλησία εναι τ λιμάνι, στν κκλησία βρίσκουμε παρηγοριά, κκλησία μς φωτίζει τ νο κα μς ζεσταίνει τν καρδιά. νος μας ν 'ναι φωτεινός, γι ν βλέπουμε σωστ τν κόσμο κι καρδιά μας ν 'ναι ζεστή, γι ν πιστεύουμε κα ν' γαπομε κα ν λπίζουμε. Μέσα σ' τοτα δν πάρχει θάνατος, μ ζω αώνιος. μήν.



Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Πηγή: http://www.agiazoni.gr